
businessnews.gr · Mar 2, 2026 · Collected from GDELT
Published: 20260302T131500Z
Η έρευνα αναλύει το πώς διαχειρίζεται το ελληνικό κράτος τα υγρά απόβλητα από τις πόλεις, τους οικισμούς και τις ιδιωτικές εγκαταστάσεις. Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση τις τελευταίες δεκαετίες και, σε έναν βασικό δείκτη, εμφανίζει πλέον πολύ καλή εικόνα: Σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού είναι συνδεδεμένο σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων. Παρά τη σημαντική πρόοδο, όμως, η χώρα έχει βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές κυρώσεις λόγω καθυστερήσεων ή μη συμμόρφωσης στην ανάπτυξη και τη λειτουργία των σχετικών υποδομών. Επιπλέον, εκκρεμεί η ανάπτυξη αποτελεσματικών λύσεων, κυρίως για μικρότερους οικισμούς με λιγότερους από 2.000 κατοίκους. Αυτό αναφέρει, νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, η οποία υπογράφεται από οκταμελή ομάδα συγγραφέων με συντονιστή τον καθηγητή και κάτοχο έδρας Unesco στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Κωνσταντίνο Αραβώση, χαρτογραφεί αναλυτικά τη σημερινή κατάσταση της διαχείρισης των υγρών αποβλήτων στη χώρα και καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής. Η εστίαση της έρευνας Η έρευνα αναλύει το πώς διαχειρίζεται το ελληνικό κράτος τα υγρά απόβλητα από τις πόλεις, τους οικισμούς και τις ιδιωτικές εγκαταστάσεις. Τι γίνεται επιτυχημένα στη χώρα και ποιες αδυναμίες έχουν οδηγήσει στην επιβολή προστίμων από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Πώς θα μπορούσαμε μέσω μιας νέας, πιο «κυκλικής» προσέγγισης να αμβλύνουμε το επιδεινούμενο πρόβλημα της λειψυδρίας και να μειώσουμε το κόστος παραγωγής στη γεωργία και τη βιομηχανία; Η Καθώς το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής μετάβασης γίνεται πιο επιτακτικό, η αποδοτική διαχείριση και επαναχρησιμοποίηση των υγρών αποβλήτων, μαζί με τη διαχείριση ενός κρίσιμου παραπροϊόντος τους, της ιλύος, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Όπως αναφέρεται, το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία, ειδικά σε μια περίοδο αυξανόμενης λειψυδρίας και έντονων πιέσεων στη γεωργία και τον τουρισμό. Ωστόσο, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, μαζί και η Ελλάδα, αξιοποιούν ακόμη σε πολύ μικρό βαθμό αυτήν τη δυνατότητα να εξοικονομήσουν κρίσιμους πόρους. Η θέση της χώρας Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην 4η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη σύνδεση του πληθυσμού με Μονάδες Επεξεργασίας Λυμάτων, με το 95% του πληθυσμού να καλύπτεται από τις υπάρχουσες υποδομές. Ωστόσο, παρά τη θετική πορεία, πολλά προβλήματα παραμένουν. Παρότι οι σχετικές υποδομές υπάρχουν, μόνο το 53% συμμορφωνόταν πλήρως με τους ευρωπαϊκούς κανόνες το 2023, ενώ το 2020 το ποσοστό αυτό ήταν ακόμα χαμηλότερο, στο 44%. Η Ελλάδα έχει βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές κυρώσεις, επειδή καθυστέρησε να καλύψει τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συλλογή και την επεξεργασία αστικών λυμάτων. Οι καθυστερήσεις σε έργα για συνδεδεμένους οικισμούς οδήγησαν σε πρόστιμα. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση έξι οικισμών της Ανατολικής Αττικής, που διαπιστώθηκε ότι υπήρξε συμμόρφωση έως το 2015 και η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε πρόστιμο 10 εκατ. ευρώ, καθώς και χρηματική ποινή 3,64 εκατ. ευρώ για κάθε εξάμηνο καθυστέρησης. Η παράβαση αυτή είχε εντοπιστεί οκτώ χρόνια νωρίτερα, ήδη από το 2007. Από την πλευρά του ελληνικού κράτους, η Τεχνική Γραμματεία Λυμάτων παρακολουθεί πλέον τα σχετικά έργα, ώστε να αποφεύγονται νέες κυρώσεις. Τα παραπάνω πρόστιμα αντανακλούν πραγματικές αδυναμίες του τοπικού συστήματος, οι οποίες δεν είναι πάντοτε ίδιες ή ισοδύναμες σε βαρύτητα. Οι βασικές προκλήσεις αφορούν τόσο τις ίδιες τις υποδομές όσο και τη λειτουργία και τον έλεγχό τους. Πολλές Μονάδες Επεξεργασίας Λυμάτων παρουσιάζουν λειτουργικά προβλήματα που επηρεάζουν την αποδοτικότητα της επεξεργασίας, καθώς και την ποιότητα των υδάτων εκροής. Ακόμα, μεγάλο μέρος των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης είναι παλιό, με αποτέλεσμα πολλά δίκτυα να έχουν απώλειες λόγω διαρροών. Αυτό επιβαρύνει την επάρκεια των υδατικών πόρων και κάνει πιο δύσκολη την αποτελεσματική διαχείριση των λυμάτων. Επιπλέον, οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις που γίνονται, κυρίως μέσω επιτόπιων επισκέψεων, είναι πιθανό να μην επαρκούν, καθώς δεν καλύπτουν όλα τα έργα, γίνονται σποραδικά και συχνά δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση για τα ευρήματά τους, ακόμη και όταν εντοπίζονται προβλήματα. Όσον αφορά τα απαραίτητα έργα, η έρευνα της διαΝΕΟσις διαπιστώνει «τεχνικές και χρονικές ασυμβατότητες» κατά τη μελέτη και την υλοποίησή τους, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις προσωπικού στους αρμόδιους φορείς, δυσχεραίνουν την έγκαιρη ολοκλήρωση. Οι παραπάνω ασυνέχειες οδηγούν σε καθυστερήσεις και, ευρύτερα, σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του συστήματος. Τέλος, η μελέτη διαπιστώνει ένα σημαντικό κενό για τους μικρούς οικισμούς, εκείνους με λιγότερους από 2.000 ισοδύναμους κατοίκους. Για τους οικισμούς αυτούς είναι απαραίτητη η εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων για την αποδοτική διαχείριση των λυμάτων, καθώς οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν είναι επαρκείς. Η έρευνα αναδεικνύει, επίσης, την πολύ περιορισμένη επαναχρησιμοποίηση αστικών λυμάτων στη χώρα. Συγκεκριμένα, μόνο 2 από τις 275 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων εφαρμόζουν επαναχρησιμοποίηση υγρών αποβλήτων – στην Παροικιά στον Δήμο Πάρου και στους Μολάους στον Δήμο Μονεμβασιάς. Στις υπόλοιπες αντίστοιχες εγκαταστάσεις της χώρας, τα επεξεργασμένα υγρά απόβλητα δεν επαναχρησιμοποιούνται, αλλά συνήθως διοχετεύονται σε κάποιον υδάτινο αποδέκτη, δηλαδή το νερό, έπειτα από επεξεργασία, επιστρέφει σε ρέματα, ποτάμια, λίμνες ή στη θάλασσα. Ωστόσο, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, η περιορισμένη αυτή επαναχρησιμοποίηση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά παρατηρείται ευρύτερα στην Ευρώπη. Υγρά απόβλητα και ιλύς Υγρά απόβλητα είναι τα υγρά που έχουν ρυπανθεί από ανθρώπινες δραστηριότητες και δεν μπορούν να επιστρέψουν στη φύση χωρίς κατάλληλη επεξεργασία. Για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, σύμφωνα με την έρευαν, απαιτείται σωστή διαχείριση, ανάλογα με το μέγεθος και τις ανάγκες κάθε περιοχής που παράγει τέτοιου είδους απόβλητα. Η Ευρωπαϊκή Οδηγία 91/271/ΕΟΚ, η οποία θέτει τις βασικές παραμέτρους της διαχείρισης των υγρών αποβλήτων για τις χώρες-μέλη, διακρίνει τις σχετικές ροές σε κάποιες κατηγορίες. Κρίσιμη η ορθή περιβαλλοντική διαχείριση της ιλύος Μία βασική κατηγορία είναι τα αστικά λύματα, δηλαδή τα απόβλητα που προέρχονται από τουαλέτες, λουτρά, κουζίνες, πλυντήρια και γενικά από διαδικασίες καθαριότητας σε σπίτια, γραφεία, καταστήματα, εστιατόρια, ξενοδοχεία και δημόσιες υπηρεσίες. Υπάρχουν, επίσης, τα εισρέοντα και αποστραγγιζόμενα λύματα: νερά εξωτερικής προέλευσης που μπαίνουν στο αποχετευτικό δίκτυο από διαρροές, ρωγμές ή ανοίγματα. Συχνά είναι όμβρια ύδατα (νερά βροχής ή χιονιού) που εισέρχονται από φρεάτια ή υδρορροές. Άλλη κατηγορία είναι τα βιομηχανικά λύματα, δηλαδή υγρά απόβλητα από βιομηχανικές δραστηριότητες, που μπορεί να περιέχουν υπολείμματα πρώτων υλών. Τέλος, τα γεωργικά υγρά απόβλητα παράγονται από γεωργικές εργασίες και κτηνοτροφία. Πέρα από τα ίδια τα πρωτογενή απόβλητα, αξίζει να σταθούμε και σε ένα βασικό παραπροϊόν τους: την ιλύ. Η ιλύς είναι το στερεό υπόλειμμα που προκύπτει κατά την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων σε μια Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων. Συνήθως η ιλύς δεν είναι απολύτως ξηρή, αλλά βρίσκεται σε ρευστή ή ημίρρευστη μορφή και περιέχει περίπου 0,25% έως 12% στερεά κατά βάρος. Μπορεί να περιέχει ωφέλιμα συστατικά, όπως νιτρικά, φωσφορικά, ιχνοστοιχεία και υψηλό οργανικό φορτίο, αλλά είναι πιθανό να περιέχει και βλαβερές ουσίες, όπως βαρέα μέταλλα, τοξικές οργανικές ενώσεις και παθογόνους μικροοργανισμούς. Γι’ αυτό η ορθή περιβαλλοντική διαχείρισή της είναι κρίσιμη. Αντιθέτως, μια κακή διαχείριση μπορεί να αναιρέσει τα οφέλη της επεξεργασίας των λυμάτων ή και να προκαλέσει δευτερογενή ρύπανση. Παράλληλα, η ιλύς μπορεί, έπειτα από κατάλληλη επεξεργασία και έλεγχο, να αξιοποιηθεί ξανά σε γεωργικές ή άλλες χρήσεις. Τα οφέλη της κυκλικής οικονομίας Η αποδοτική διαχείριση των υγρών αποβλήτων και της ιλύος δεν είναι μόνο αναγκαιότητα, αλλά αποτελεί και ευκαιρία αναφέρει η μελέτη. Πέρα από τη μείωση της ρύπανσης μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον οφέλη. Η δευτεροβάθμια επεξεργασία, κατά την οποία αφαιρούνται ανεπιθύμητες ουσίες, θρεπτικές ουσίες και βαρέα μέταλλα, απομακρύνει περισσότερο από το 90% των αιωρούμενων στερεών και των οργανικών ρύπων από τα απόβλητα. Είναι απαραίτητη για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, και η Ευρωπαϊκή Οδηγία 91/271/ΕΟΚ προβλέπει τουλάχιστον δευτεροβάθμια επεξεργασία για τα αστικά λύματα στις χώρες-μέλη. Με αυτόν τον τρόπο μειώνονται, επίσης, τα φορτία θρεπτικών ουσιών στα νερά υποδοχής, κάτι που ευνοεί τη βιοποικιλότητα σε υγροτόπους και λίμνες. Ωστόσο, μετά την αναθεώρηση της παραπάνω Οδηγίας το 2022, οι χώρες οφείλουν να συμμορφωθούν με περαιτέρω επεξεργασία μετά το 2035. Επαναχρησιμοποίηση Τα πιο σύγχρονα συστήματα διαχείρισης υγρών αποβλήτων προβλέπουν και τριτοβάθμια ή και περισσότερη επεξεργασία, με τελικό σκοπό την ανάκτηση και επαναχρησιμοποίηση κάποιου μέρους των αποβλήτων, στο πνεύμα της κυκλικής οικονομίας. Στο ίδιο πλαίσιο, η ευρωπαϊκή πολιτική κινείται τα τελευταία χρόνια προς αυστηρότερες απαιτήσεις και αναβαθμισμένα πρότυπα επεξεργασίας. Το νερό, άλλωστε, είναι περιορισμένος πόρος: Μόνο ένα μικρό μέρος του παγκόσμιου νερού είναι διαθέσιμο ως γλυκό νερό και ακόμη μικρότερο είναι εύκολα αξιοποιήσιμο για πόση και άρδευση. Τα επεξεργασμένα ύδατα που προέρχονται από υγρά απόβλητα, εφόσον διαπιστωθεί ότι πληρούν πολύ συγκεκριμένες και αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας που ορίζονται πανευρωπαϊκά, μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την άρδευση, για τον εμπλουτισμό υδροφορέων ή για βιομηχανικές χρήσεις. Σε μια περίοδο αύξησης της θερμοκρασίας και επιδείνωσης της λειψυδρίας, τέτοιες πρακτικές μπορούν να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα νερού για κάποιες χρήσεις. Ακόμη, η επαναχρησιμοποίηση μπορεί να μειώσει την υπεράντληση νερού από το υπέδαφος ή την επιφάνεια, π.χ. από γεωτρήσεις. Τι συμβαίνει με την ιλύ Η μελέτη αναφέρεται, επιπλέον, εκτενώς στη διαχείριση και την επαναχρησιμοποίηση της ιλύος, δηλαδή, όπως είδαμε και παραπάνω, του στερεού υπολείμματος των υγρών αποβλήτ