
902.gr · Feb 15, 2026 · Collected from GDELT
Published: 20260215T101500Z
Ο Γιώργος Δούκας, Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων Επιθεώρησης Εργασίας εστιάζοντας στο κομμάτι του βιβλίου που αφορά τον επαγγελματικό κίνδυνο και την πρόληψη στην εργασία, σημείωσε ότι η έκδοση του τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ έρχεται σε μια περίοδο που η συζήτηση για την ασφάλεια και υγεία στους χώρους δουλειάς έχει ανοίξει πλατιά μέσα στους εργαζόμενους, υπενθυμίζοντας το έγκλημα που συντελέστηκε στη «ΒΙΟΛΑΝΤΑ», με τις 5 εργάτριες της νυχτερινής βάρδιας να καίγονται ζωντανές. Επανέφεραν το ερώτημα γιατί σε μια εποχή που η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος δίνει τη δυνατότητα να εξαλειφθούν ή έστω να ελαχιστοποιηθούν μια σειρά κίνδυνοι εξακολουθούν να χάνονται άδικα τόσοι άνθρωποι ή να προκαλούνται σοβαρές και μακροχρόνιες βλάβες στην υγείας τους. «Τα εργατικά ατυχήματα όμως είναι η κορυφή του παγόβουνου. Η ραγδαία αύξηση τους είναι αδύνατο να κρυφτεί παρά τις μεθοδολογικές αλχημείες της κυβέρνησης που προσπαθεί να εμφανίσει τον αριθμό των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων μειωμένο με πλασματικό τρόπο. Η έκδοση ωστόσο εστιάζει στις επαγγελματικές ασθένειες που στην Ελλάδα περνούν «κάτω απ’ τα ραντάρ». Παρά το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία εκτιμά ότι στην Ελλάδα έχουμε 2.500 θανάτους το χρόνο από επαγγελματικές ασθένειες η επίσημη καταγραφή είναι μηδενική. Αυτή η έλλειψη καταγραφής οφείλεται σε πολιτική επιλογή όλων των μέχρι τώρα κυβερνήσεων και έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο. Γιατί όταν ασθένειες που δημιουργήθηκαν από τις συνθήκες εργασίας καταγράφονται ως “κοινή νόσος” τότε οι εργοδότες απαλλάσσονται από ένα σημαντικό οικονομικό κόστος το οποίο μετακυλίεται φυσικά στους εργαζόμενους και τις οικογένειες τους. Επιπλέον, η μη καταγραφή τους αντικειμενικά οδηγεί στην έκθεση κι άλλων εργαζομένων σε βλαπτικούς παράγοντες καθώς δεν εντοπίζεται η πηγή του προβλήματος. Στο σχετικό κεφάλαιο αναδεικνύεται η διαχρονικότητα αλλά και η ιστορικότητα του φαινομένου μέσα από τις αναφορές στον Ιπποκράτη, στη βιομηχανική επανάσταση και στο Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ όπου μεταξύ άλλων καταπιάνεται τόσο με τις άθλιες συνθήκες δουλειάς των εργατών, όσο και με την τάση του κεφαλαίου να επεκτείνει τη χρονική διάρκεια της εργάσιμης μέρας. Και αν κάποιοι ισχυρίζονταν πως αυτά που γράφει ο Μάρξ αφορούν τον 19ο αιώνα έρχεται μια αλληλουχία από εργασιακούς νόμους για να τον επιβεβαιώσουν για ακόμα μια φορά». Παράλληλα επισήμανε τον σημαντικό ρόλο στην προστασία των εργαζομένων που θα μπορούσε να παίξει ο Ιατρός εργασίας και ο Τεχνικός ασφάλειας «ωστόσο με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο είναι αδύνατον να ασκήσουν ουσιαστικά το ρόλο τους καθώς δεν διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους από τον εργοδότη. Στον τομέα αυτό δραστηριοποιούνται εμπορευματικά μια σειρά επιχειρήσεις που παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις η παρουσία τους εξαντλείται στην εκτέλεση τυπικών υποχρεώσεων και ο εργοδότης έχει πάντα τη δυνατότητα να αντικαταστήσει έναν τεχνικό ασφάλειας ή γιατρό εργασίας που κάνει σημαντικές παρατηρήσεις με κάποιον άλλο λιγότερο “ενοχλητικό”». Μιλώντας για την διαχρονική υποβάθμιση που έχει υποστεί η ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας και την αντιεπιστημονική πρακτική να ασκούνται τα καθήκοντα του ιατρού εργασίας από άλλες ειδικότητες που δεν έχουν τη σχετική εξειδίκευση, τόνισε: «Κανένας μας δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι θα αναλάβει να πραγματοποιήσει μια αναισθησία ένας ορθοπεδικός επειδή υπάρχει έλλειψη αναισθησιολόγου για παράδειγμα όμως το ίδιο το κράτος αυτή ακριβώς την πρακτική ακολουθεί με την ιατρική της εργασίας, απαξιώνοντας το επιστημονικό της αντικείμενο. Ο μικρός αριθμός ειδικευμένων ιατρών εργασίας δεν αποτελεί δικαιολογία για αυτή την κατάσταση αλλά απόδειξη της διαχρονικής και συνειδητής πολιτικής επιλογής του κράτους να απονευρώσει οποιοδήποτε μηχανισμό θέτει περιορισμούς στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Μόνο τυχαίο δεν είναι πως ο αριθμός επιθεωρητών ασφάλειας και υγείας στην εργασία είναι επίσης ανεπαρκής καθώς σήμερα στον καθένα αντιστοιχούν να ελέγξει τουλάχιστον 1509 επιχειρήσεις και μάλιστα χωρίς να είναι εφοδιασμένος με όργανα μέτρησης βλαπτικών παραγόντων». Αύξηση της νοσηρότητας και της θνητότητας στις φτωχότερες πληθυσμιακές ομάδες Ο Νίκος Τρογκάνης, Ακτινοθεραπευτής - Ογκολόγος, σημείωσε για τον καρκίνο, από τις μεγαλύτερες απειλές για τον άνθρωπο και τη δημόσια υγεία, με εκατομμύρια περιστατικά και θανάτους κάθε χρόνο. Ο επιπολασμός της 5ετιας ανέρχεται σε 17 περιστατικά ανά 1000 κατοίκους. Ο καρκίνος αναφέρεται σε μια πολυπαραγοντική νόσο με συχνότερες του πνεύμονα, μαστού, παχύ έντερου, προστάτη, δέρματος. Κάθε χρόνο διαγιγνώσκονται πάνω από 20 εκατομμύρια περιστατικά, 1 στους 5 θα αναπτύξει καρκίνο, ενώ η θνησιμότητα ανέρχεται περίπου σε 10 εκατομμύρια θανάτους ετησίως. Η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική, όπως είναι οι γενετικοί παράγοντες, περιβαλλοντικοί, τρόπος ζωής, συνθήκες διαβίωσης και στέγασης, λοιμώδεις παράγοντες κ.α. Ολα αυτά όμως δεν δικαιολογούν την αδιαφορία του αστικού κράτους για την πρόληψη, ούτε περνάει σε δεύτερη μοίρα η έκθεση σε καρκινογόνες ουσίες στο χώρο δουλειάς, σε εργοστάσια, συνεργεία, μεταφορές, καθαριότητα, υγειονομικούς χώρους, σχολεία η η διατροφή χαμηλής ποιότητας λόγω οικονομικής δυσχέρειας τροφών, μόλυνση αέρα, ύδατος εδάφους. Ανέφερε ως παράδειγμα τους Πολυκυκλικούς Αρωματικούς Υδρογονάνθρακες (ΠΑΥ), καθώς το 24% της παγκόσμιας νοσηρότητας οφείλεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ορισμενες ΠΑΥ έχουν ταξινομηθεί ως αποδεδειγμένα καρκινογόνοι παράγοντες για τον άνθρωπο κυρίως σε πνεύμονα, ουροδόχου, δέρματος. Η ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω των βιομηχανικών εκπομπών μας ανησυχεί όλο και περισσότερο. Η έκθεση σε ΠΑΥ μπορεί να προκύψει μέσω εισπνοής (καπνός - διυλιστήρια) όσο και μέσω κατανάλωσης επιμολυσμένο τροφίμων ή νερού. Η καύση απορριμμάτων είναι σημαντική πηγή ΠΑΥ ιδιαίτερα σε χαμηλές θερμοκρασίες λόγω της ποικιλίας υλικών όπως πλαστικά, χαρτί, ξύλο, τρόφιμα. Η χρόνια επαφή επιβαρύνει ιδιαιτέρως κατοίκους που ζουν κοντά σε χωματερές ή μονάδες καύσης. Επίσης δυσμενή ρόλο παίζουν οι θειούχες ενώσεις βενζόλιο και αμίαντος». Αναφερόμενος σε μελέτες, υπογράμμισε ότι όσο χαμηλότερο είναι το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο τόσο υψηλότερη επίπτωση έχει στη θνησιμότητα και τη χειρότερη επιβίωση. «Ολα τα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι στις φτωχότερες ομάδες καθυστερεί η διάγνωση, η θεραπεία και λαμβάνουν λιγότερο αποτελεσματική φροντίδα». Στην Ελλάδα, το 2023 υπήρξαν 63.000 νέα περιστατικά, η θνησιμότητα ήταν 239 ανά 100.000 πληθυσμό, με φόντο τις τεράστιες ελλείψεις προσωπικού, εξειδικευμένων δομών, υψηλών ποσοστών σε ιδιωτικές πληρωμές, καθυστέρηση έναρξης ακτινοθεραπειών, ανύπαρκτη ψυχοκοινωνική στήριξη, υποβάθμιση της φροντίδας των επιζώντων. Ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια των λαϊκών στρωμάτων γίνονται αναλώσιμα Ο Γιώργος Νικολαΐδης, Ψυχίατρος, Διευθυντής στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού σημείωσε μεταξύ άλλων: «Η σύγχρονη, πραγματικά επαναστατική, έρευνα στο πεδίο της κοινωνικής επιδημιολογίας τα τελευταία 40 χρόνια έχει αναδείξει κάτι ιδιαίτερα ριζοσπαστικό: ότι αντιθέτως με ότι πιστευόταν ως σχετικά πρόσφατα δεν είναι ούτε οι ατομικοί συμπεριφορικοί και υγειονοδιαιτητικοί παράγοντες (κάπνισμα, διατροφή, άσκηση κ.ο.κ) που καθορίζουν τόσο επιδραστικά την υγεία και την επιβίωση των ανθρώπων όσο η κοινωνικοοικονομική τους θέση και άλλοι βαθύτατα κοινωνικοί προσδιοριστές της υγείας. Σε μια μεγάλη τέτοια μελέτη, που ελέγχθηκε η επίδραση και των πιο παραδοσιακών και των κοινωνικών παραμέτρων στην επιβίωση χιλιάδων ανθρώπων στον ανεπτυγμένο κόσμο ενώ παράγοντες όπως το κάπνισμα, η καθημερινή άθληση και η υγιεινή διατροφή βρέθηκαν να έχουν σχετικά μικρή επίδραση, παράγοντες όπως το να πάει κανείς κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, το να χάσει το σπίτι του, το να εργάζεται σε καθεστώς επισφάλειας βρέθηκαν να καθορίζουν πολλαπλασίως το αν θα ασθενήσει και τυχόν θα πεθάνει κάποιος από καρδιαγγειακά νοσήματα, κακοήθεις νεοπλασίες κ.λπ. Ακόμα, η εμπορευματοποίηση των θεσμών, των επιστημών συμπεριλαμβανόμενων, δημιουργεί νέα πεδία αντιπαράθεσης: έτσι, π.χ. προδήλως για λόγους κερδοφορίας και με πραγματικά ισχνή βάση εμπειρικών αποδείξεων, ο κυρίαρχος λόγος αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο την προτροπή στην χρήση υγιειονοδιαιτητικών μέσων ή και φαρμακευτικών θεραπειών έναντι υποθετικών προληπτικών κινδύνων. Το ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα προτιμάει πλέον να βγάζει προϊόντα που απευθύνονται σε υγιείς παρά σε ασθενείς. Έτσι, ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού λαμβάνει προφυλακτικά στατίνες, αντιϋπερτασικά, αντιδιαβητικά, γατροπροστατευτικά, προβιοτικά ενδεχομένως και θυμοσταθεροποιητικά κ.ο.κ. με απρόβλεπτες συνέπειες στην υγεία που μέλλουν να ανακαλυφθούν δεκαετίες μετά. Κι εδώ, φυσικά, ο αστισμός αντιμετωπίζει τα σχετικά ζητήματα ως θέματα ατομικής ευθύνης και απόσεισης κάθε κοινωνικής διάστασης: ούτε συζήτηση για βελτίωση της εργασίας, μείωση του εργασιακού στρες, τις επισφάλειας, αύξηση των ωρών ανάπαυσης, ανακούφιση του καθημερινού άγχους επιβίωσης των λαϊκών τάξεων, ούτε λέξη για λαϊκή, προσιτή άθληση, για τρόφιμα υγιεινά και όχι επεξεργασμένα για την πλατιά κοινωνική πλειοψηφία: είναι τάχαμου ατομική ευθύνη των εργαζόμενων να ρίξουν την υψηλή τους χοληστερίνη μέσω φαρμάκων αμφίβολης αποτελεσματικότητας, τα οποία θα πληρώσουν οι ίδιοι. Το μόνο που το κράτος θα κάνει είναι το πολύ-πολύ καμιά καμπάνια, ίσα-ίσα για να αποτινάξει από πάνω του κάθε ευθύνη αλλά και να οικονομήσουν οι μόνιμοι εργολήπτες των ΕΣΠΑ…. Κι ακόμα, το ποιος ζει και ποιος πεθαίνει αποκτά άλλη διάσταση στις μέρες μας: εκεί που η περίθαλψη και η πρόληψη ήταν μέρος μιας στοιχειωδώς εγγυημένης αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, στις μέρες μας ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια των λαϊκών στρωμάτων, ιδιαίτερα τα πλέον ανειδίκευτα, πληβειοποιούνται, γίνονται αναλώσιμα. Και για αυτά ισχύει πλέον το ότι όποιος έχει να πληρώσει θα ζήσει κι όποιος δεν έχει θα αντικατασταθεί». Παράλληλα αναφέρθηκε σε μελέτες που τεκμηριώνουν «ότι οι κοινωνίες με τα