
huffingtonpost.gr · Feb 22, 2026 · Collected from GDELT
Published: 20260222T074500Z
Από τις Κυρώσεις στην Ασύμμετρη Αποτροπή Υπό το φως της ναυτικής συνεργασίας Ρωσίας–Ιράν και της ευρύτερης αναδιάταξης ισχύος, η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε φάση αυξημένης ρευστότητας. Πλοία κατά τη διάρκεια της κοινής ναυτικής άσκησης του Ιράν και της Ρωσίας στο νότιο Ιράν, σε αυτή την εικόνα που δόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2026. Ιρανικός Στρατός/WANA (West Asia News Agency)/Διανομή μέσω REUTERS ΔΡ. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ 22 Φεβρουαρίου 2026 • 08:46 Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς * Η πιθανότητα μιας ευρύτερης στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ως προϊόν συγκυριακών εντάσεων ή αποσπασματικών κρίσεων ασφαλείας. Αντιθέτως, εγγράφεται σε ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πλαίσιο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, εντός του οποίου η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός διατήρησης της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος, αποτροπής της ιρανικής πυρηνικής δυνατότητας και διασφάλισης της αδιάλειπτης ροής ενεργειακών πόρων προς τη διεθνή οικονομία. Η μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής, θεμελιωμένη στη ναυτική κυριαρχία, την προωθημένη στρατιωτική παρουσία και τη δικτυωμένη συνεργασία με περιφερειακούς εταίρους, συγκροτεί το στρατηγικό περιβάλλον εντός του οποίου εξελίσσεται η παρούσα αντιπαράθεση. Σε αυτό το ήδη σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, η λειτουργική σύγκλιση Ρωσίας και Ιράν στον θαλάσσιο χώρο προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση στο πρόβλημα της αποτροπής και της στρατηγικής σταθερότητας. Δεν πρόκειται για τυπική συμμαχική σχέση με δεσμευτικές ρήτρες συλλογικής άμυνας, αλλά για επιχειρησιακή συνεργασία που ενισχύει το αίσθημα στρατηγικού βάθους της Τεχεράνης και συμβάλλει στην πολυεπίπεδη εξισορρόπηση της αμερικανικής ναυτικής υπεροχής. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη σταδιακή μετάβαση προς ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα και καθιστά αναλυτικά γόνιμη την προσφυγή στη θεωρία των ασύμμετρων συγκρούσεων. Η κλασική συμβολή του Andrew Mack ανέδειξε ότι η υλική ανισορροπία ισχύος δεν εγγυάται στρατηγική επιτυχία («Why Big Nations Lose Small Wars: The Politics of Asymmetric Conflict»). Η ασυμμετρία ισχύος παράγει ασυμμετρία συμφερόντων και πολιτικής βούλησης⸱ για τον ισχυρό δρώντα η σύγκρουση σπάνια αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα, ενώ για τον ασθενέστερο συνδέεται άμεσα με την πολιτική επιβίωση και τη διατήρηση της κυριαρχίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική ευαλωτότητα του ισχυρού εντείνεται, ιδίως όταν οι συγκρούσεις παρατείνονται και μετατρέπονται σε πολυδάπανες και κοινωνικά επιβαρυντικές εμπλοκές. Συμπληρωματικά, η θεωρία στρατηγικής αλληλεπίδρασης του Ivan Arreguín-Toft υπογραμμίζει ότι η έκβαση των ασύμμετρων συγκρούσεων εξαρτάται από τη σύζευξη των στρατηγικών επιλογών των αντιπάλων («How the Weak Win Wars: A Theory of Asymmetric Conflict»). Όταν ο ισχυρός επιδιώκει άμεση στρατηγική αποφασιστικής νίκης, ενώ ο ασθενέστερος υιοθετεί έμμεση στρατηγική φθοράς, η σύγκρουση τείνει να παρατείνεται και το πολιτικό κόστος μεταφέρεται δυσανάλογα στον ισχυρό. Κατά συνέπεια, η στρατηγική αποτελεσματικότητα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη στρατιωτική υπεροχή, αλλά από την ευθυγράμμιση στρατιωτικών μέσων, πολιτικών σκοπών και κοινωνικής αντοχής. Το Ιράν έχει διαμορφώσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική ασύμμετρης αποτροπής που αντανακλά αυτή τη λογική. Το δίκτυο περιφερειακών ένοπλων οργανώσεων και εταίρων, η ανάπτυξη πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων, οι κυβερνοδυνατότητες και η ασύμμετρη ναυτική ισχύς συγκροτούν ένα σύνθετο πλέγμα επιβολής κόστους και αποτροπής. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα απειλής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς η διατάραξη ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη προσδίδει παγκόσμια διάσταση στην ιρανική στρατηγική και επηρεάζει άμεσα τη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα των αγορών. Η προσθήκη της ρωσικής ναυτικής παρουσίας μέσω κοινών ασκήσεων και επιχειρησιακού συντονισμού δεν μεταβάλλει ριζικά τον υφιστάμενο συσχετισμό ισχύος, ωστόσο αυξάνει το γεωπολιτικό κόστος οποιασδήποτε στρατιωτικής κλιμάκωσης. Εισάγει στοιχείο πολυπολικής εμπλοκής σε έναν θαλάσσιο χώρο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικό πεδίο αμερικανικής ναυτικής κυριαρχίας, ενισχύοντας την αβεβαιότητα και επηρεάζοντας την αξιοπιστία της αποτροπής. Παράλληλα, μολονότι το καθεστώς κυρώσεων επιβάλλει σοβαρές οικονομικές πιέσεις, η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η αντίληψη εξωτερικής απειλής τείνει να ενισχύει την εθνική συσπείρωση και την πολιτική συνοχή. Στην περίπτωση του Ιράν, η στρατηγική της παρατεταμένης πίεσης δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε κρατική αποδυνάμωση, αλλά μπορεί να ενισχύσει μηχανισμούς προσαρμοστικότητας, αυτάρκειας και θεσμικής ανθεκτικότητας, επιτρέποντας στο κράτος να απορροφά εξωτερικούς κραδασμούς. Σε ενδεχόμενη στρατιωτική σύγκρουση, η Τεχεράνη διαθέτει πολλαπλά μέσα κλιμάκωσης, όπως πυραυλικά πλήγματα ακριβείας, ενεργοποίηση περιφερειακών συμμάχων, κυβερνοεπιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών και διατάραξη της ναυσιπλοΐας. Η στρατηγική λογική αυτών των επιλογών δεν ευνοεί μια ταχεία αποφασιστική έκβαση, αλλά προσανατολίζεται σε παρατεταμένη σύγκρουση φθοράς, όπου η αύξηση του κόστους για τον αντίπαλο λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής. Η θεωρητική σύνθεση των Mack και Arreguín-Toft οδηγεί στο κρίσιμο συμπέρασμα ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν συνεπάγεται αυτομάτως στρατηγική νίκη. Η πολιτική ανθεκτικότητα, η γεωγραφική θέση, η κοινωνική συνοχή και η ικανότητα μετατροπής της ασυμμετρίας ισχύος σε ασυμμετρία κόστους αναδεικνύονται σε καθοριστικούς παράγοντες της έκβασης των συγκρούσεων. Υπό το φως της ναυτικής συνεργασίας Ρωσίας–Ιράν και της ευρύτερης αναδιάταξης ισχύος, η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε φάση αυξημένης ρευστότητας. Η περιφερειακή ισορροπία δεν θα καθοριστεί αποκλειστικά από τον άμεσο στρατιωτικό συσχετισμό, αλλά από την ικανότητα των δρώντων να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα, να απορροφούν πιέσεις και να επιδεικνύουν στρατηγική ανθεκτικότητα. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η πολυπολικότητα διευρύνεται και η ναυτική γεωπολιτική επανέρχεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας ισχύος, η ισχύς δεν προσμετράται μόνο σε στρατιωτικά μέσα, αλλά στην ικανότητα επιβίωσης, προσαρμογής και διατήρησης στρατηγικής συνοχής εν μέσω παρατεταμένης αστάθειας. Οι πιο ενδιαφέρουσες ειδήσεις και απόψεις καθημερινά στο e-mail σας.